Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Άνοιξη

Το χαμόγελό της έσκασε με το πρώτο φώς του ήλιου, χάιδεψε τα φτερά των γλάρων, μύρισε τη φρέσκια αρμύρα πασπαλισμένη με λίγη αλισάχνη, ενώθηκε με την οσμή των πορτοκαλανθών, ανησύχησε τα πουλιά του κήπου, έλιωσε το πάνω μέρος ενός όμικρον και αφού το διπλασίασε κάθησε ήσυχα ανάμεσα σε ένα ζ(ήτα) και ένα ή(τα).

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

Συνέχεια του παιχνιδιού:"Πες μου μια ιστορία δίχως,τέλος", από http://astropina.blogspot.com

"Αν αποφασίσεις να μην πολεμήσεις, αυτό σημαίνει ότι ηττήθηκες;"
Δεν το γνωρίζω. Γνωρίζω, όμως, τον πόλεμο. Αυτόν που κάνεις καθημερινά για να μην χάσεις το πρόσωπό σου. Όχι μόνο απέναντι στις αδυναμίες σου, αλλά και απέναντι σε ό,τι οι άλλοι σου επιβάλλουν ως "κανονιστικό πλαίσιο". Απέναντι, δηλαδή, στην κλίνη του Προκρούστη.
Γνωρίζω και την ήττα. Όταν η σιωπή πληθαίνει, όταν η αδυναμία μεταλλάσσεται σε έλλειψη οξυγόνου. Ο τόπος στενεύει, οι πόρτες κλείνουν, οι επιλογές λιγοστεύουν και κλείνεσαι μέσα σε στενά. Κάτω από τα πόδια σου το μόνο σου έδαφος. Οι φίλοι μακριά, τα βλέμματα άδεια, η ομορφιά παρούσα να πονάει.
Αν θελήσεις να ζήσεις αδιάφορα, σαν το δέντρο, μπορεί κανείς να σε κατηγορήσει;

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

Ωδή στο πολύπλοκο

Έπινε τον πρωϊνό καφέ της Κυριακής στο μπαρ που τον έκανε να νιώθει άνετα. Στη μπαριέρα είχαν ήδη πάρει θέση μερικοί από τους συνήθεις μοναχικούς. Πρόσωπα, κινήσεις, ματιές, συμπεριφορές, όλα αυθεντικά. Μετωπικοί, απέναντι στον τοίχο με τα ποτά- ψάχνοντας άραγε για άνοιγμα; Το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο, αυτεπίστροφος ο καπνός να κουβαλάει τον καημό και να ξορκίζει την μοναξιά. Γι' αυτό ένιωθε άνετα εκεί. Επειδή η απάτη λιγόστευε και η βιτρίνα του καθωσπρεπισμού της πόλης έσπαζε. Και επειδή εκεί γίνονταν εκπληκτικά live.
Έπινε τον πρωϊνό καφέ της Κυριακής και έβλεπε απέναντί του τη μπούκα του λιμανιού. Κάπνιζε απανωτά τσιγάρα και ξεφύλλιζε την εφημερίδα. Δεν μπορούσε η σκέψη του να ηρεμήσει.Ένιωθε κάτι σαν αδημονία, σαν βιασύνη. Δεν ήξερε το γιατί. Ίσως για τις σκέψεις που ήθελε να έρθουν. Ίσως για την οργή που ήθελε να τον κατακλύσει. Όργή γι' αυτά που πριν λίγες μέρες είχε ακούσει. Κοίταξε ξανά τη μπούκα του λιμανιού. Από εκεί φεύγεις για να συναντήσεις το άγνωστο, από εκεί μπαίνει το μυστήριο για να ελλιμενιστεί στη ζωή σου. Πόσο, ακόμη, στην αναμονή; Αλλά και γιατί να φύγει; Επειδή έτσι του είχαν πει;
"Να φύγεις απο 'δω. Θα έπρεπε να ζεις σε άλλη πόλη, με άλλους ανθρώπους. Δεν υπάρχει εδώ κάτι ανάλογό σου. Είσαι πολύ περίπλοκος. Σε κάνουν έτσι τα βιβλία, τα θέατρα κι οι κινηματογράφοι. θέλω κάτι πιο απλό, όπως οι χαζομαρούλες που λέω με τις φίλες μου. Σε φοβάμαι, γιατί δεν μπορώ να σε ελέγξω". Θυμόταν αυτά τα λόγια και οργιζόταν.Ένιωθε να πνίγεται σε βούρκο, να θέλει να περπατήσει και να του στήνουν τοίχους. Το αίμα του έτρεμε, μια φλέβα, μάλλον, έσπασε κι άρχισε να του βάφει κόκκινο τον εγκέφαλο.Μόνο οργή για τ' άδικο.
Κοίταξε έξω. Δεινόσαυροι και γύπες περιπολούσαν στην πλατεία. Σαπρόφυτα φύονταν στο δρόμο και δύσμορφα ανθρωποειδή περιέφεραν τα ράκη τους. Αράχνες έστηναν ιστούς στους τοίχους τους σάπιους με υγρασία.Αποφορά και σαπίλα έπνιγε τον αέρα. Στον ουρανίσκο του η γεύση της σκουριάς τον δηλτηρίαζε . Και η οργή, κυματοειδής σπείρα να τον κατακλύζει.Μα δεν υπάρχει έλεος, λοιπόν;
Πόσο φοβόμαστε εμείς οι άνθρωποι! Σαν καράβια που θέλουν να ταξιδέψουν, αλλά τα φοβίζουν οι άνεμοι. Βγαίνουν λίγο από το λιμάνι, μα στο πρώτο κύμα γυρνούν πίσω και δένουν κάβο. Τέρμα τα ταξίδια.
Σύμφωνοι. Ζούσε σε μια ημιαστική πολίχνη, όπου δεν υπήρχε ούτε βιβλιοπωλείο, ούτε δισκοπωλείο, ούτε κινηματογράφος. Η ζωή, δηλαδή, δεν στηριζόταν στους τρεις βασικούς πυλώνες του αστικού πνευματικού πολιτισμού. Άρα ο Στενήμαχος είχε αστικά κύτταρα πέραν της επιτρεπόμενης ποσότητας και ο αντιαστικός περίγυρος τον εξεμούσε. Καλή η μαρξιστική αυτοανάλυση, αλλά δεν κόπαζε την οργή.
Και αυτά τα στοιχεία συνιστούσαν την ύβριν του προς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Ένα έγκλημα καθοσιώσεως, για το οποίο θα έπρεπε να καταβάλει τα ατίμητα λύτρα της ψυχής του. Ζούσε και με τα δύο μάτια ανοιχτά και τώρα εισέπραττε τα επίχειρα. Προσπαθούσε να είναι αυθεντικός μέσα στην ψεύτικη εικόνα και την απάτη. Οργή και πίκρα. Να θαυμάζουν τη στάση του και να την επαινούν. Μετά όμως να τον καταδικάζουν, γιατί τολμούσε να την κάνει πράξη και να παλεύει στα ίσα.
"Γιατί διαβάζεις βιβλία, γιατί πας θέατρο, γιατί δεν παρακολουθείς ποδόσφαιρο, γιατί δεν είσαι σαν τους άλλους; ". Κραυγές αρχανθρώπων ήταν τα λόγια τους και συρσίματα ερπετών στα βάλτα οι κινήσεις τους. Μιζέρια, φρίκη, αηδία. Και η ζωή να τον κεραυνοβολεί με την ομορφιά της. Χρώματα, αρώματα, ήχοι, σώματα ωραία. Ανασασμοί, φεγγαροβραδυές, παφλασμοί, στεναγμοί. Από παντού να ρέει το Ωραίον και εκείνοι να το σπιλώνουν. Περίπλοκο το Ωραίον; Περίπλοκο το κελάιδισμα του πουλιού κι ο αγέρας στα πεύκα; Περίπλοκο το γέλιο του φίλου και η κουβέντα της ψυχής; Πού η μαγεία της ποίησης, πού η χαρά των χρωμάτων, που η δροσιά των ήχω. Μέσα του γινότανε σφαγή. Ζής αγώνας άγονος.
"Να κατέβεις στο επίπεδό μας. Να γίνεις σαν και 'μας. Λοβοτομήσου,ρε. Ευνουχίσου και τέλειωνε με τους έρωτές σου", συνέχιζε στ' αυτιά του να αντηχεί το μέσα μήνυμα των τετραπόδων. Κι εκείνος να πονάει. "Διψάω για τ' άπειρο, πεινάω για ομορφιά", όπως λένε στον νέο τους δίσκο τα Διάφανα Κρίνα. Στα σπλάχνα του ήταν γεμάτος αίμα. Γύρω του κύκλος τα χέρια κομμένα, κύκλος τα βλέμματα κενά, κύκλος τα μάτια άδεια. Να γνωρίσει, να δει, να ζήσει απλά κι αληθινά. Πέρα από νεκρές ψυχές και σάπια σώματα, πέρα από φτιασιδωμένα πρόσωπα. Με το σώμα και την ψυχή ολόκληρα και με τους φίλους όλων των καιρών.
Κάπνιζε απανωτά τσιγάρα. Στο αίμα του κυκλόφερναν αγκάθια. Στον ώμο του φύτρωσε ένα κατάρτι.Οι γλάροι έσκιζαν τον αέρα, τα φτερά τους έκοβαν τα παλαμάρια. Ο νους του καθάριζε και το μέσα του έπαιρνε να γλυκαίνει. Ροκάκια των Franz Ferdinand και των Kaiser Chiefs στ' αυτιά του. Απομυθοποιητικοί στίχοι από τις Ρόδες γλύφονταν στο μυαλό του. Φως, αλμύρα, ζωή και ομορφιά.Πώς να τα αρνηθεί αυτά; Ο Στενήμαχος θυμήθηκε το λόγο του ποιητή: " η πετροκόλλητη σαγή και το ζακόνι των φιδιών". Ας είναι...


Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2009

Έναρξη

Βροχερό απόγευμα Παρασκευής. Μασώντας τις τελευταίες ώρες των διακοπών, γυρνώντας φύλλα χειμωνιάτικης μοναξιάς. Πώς να ξεκινήσει κανείς το ιστολόγιό του; Η αγάπη των φίλων το δημιούργησε και, σίγουρα, μια επιθυμία έκφρασης. Ίσως η μνήμη μπορεί να προσφέρει μια αφετηρία...
Ένα ή ενάμιση χρόνο πίσω. Πάλι απόγευμα. Κυριακής του χειμώνα σε ένα cafe. Τότε γεννήθηκε ο Στενήμαχος. Δηλαδή, τότε ονοματίστηκε, γιατί μέσα μου κυοφορούνταν χρόνια. Γεμάτο το μέρος από τους εν αφασία ποδοσφαιρόφιλους. Κανένα live το βράδυ και οι φίλοι μακριά. Τότε γράφτηκε το μήνυμα στο κινητό για τη φίλη που πρώτη θα διαβάσει τούτη την ανάρτηση. Το υπενθυμίζω: " Των δε αδοκήτων πόρον ευρήσει Θεός. Στου μυαλού το παραπέρα, στης ψυχής το παρακάτω. Σε στενά... Στενήμαχος Αδόκητος". Και η σιωπή έσπασε, έστω και για λίγο.
Και τούτο το ιστολόγιο ένα ακόμη βήμα έκφρασης γίνεται. Ή, ίσως, μποτίλια με μήνυμα στον διαδικτυακό ωκεανό; Θα δείξει. Πάντως θα είναι ένα ταξίδι. Κι όσο για πλοηγό...